ἑπταγράμματος

ἑπτᾰ-γράμμᾰτος, ον,
A of seven letters, Hsch. (glossed by τὸ ὀργίλον , ἢ σκληρόν , καὶ Σάραπιν ).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επταγράμματος — ἑπταγράμματος, ον (Α) 1. αυτός που αποτελείται από επτά στοιχεία τού αλφαβήτου («ἑπταγράμματον ὄνομα», πάπ.) 2. εκείνος που δηλώνει σκληρότητα, οργή (επτά γράμματα στις λέξεις ὀργίλον, σκληρόν) ή τον Σάραπιν …   Dictionary of Greek

  • ἑπταγράμματον — ἑπταγράμματος of seven letters masc/fem acc sg ἑπταγράμματος of seven letters neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑπταγραμμάτου — ἑπταγράμματος of seven letters masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • SARAPIS — I. SARAPIS Insul. in sinu Indico, Steph. II. SARAPIS ut Graeci fere vocant, sive Serapis, ut Latini saepius dicunt, Θεὸς ἑπταγράμματος Deus cum nomine septem literarum, in veter. Epigramm. et apud Hesychium; quemadmodum et Apis, praecipuô honore… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επτά — και εφτά (AM ἑπτά) (απόλ. αριθμ.) 1. ο αριθμός που αποτελείται από έξι συν μία μονάδες, ο μεταξύ τού έξι και τού οκτώ 2. χρησιμοποιείται για να δηλώσει απροσδιόριστο πλήθος, αμέτρητες φορές (α. «στό είπα εφτά φορές» β. «ὁ γὰρ ἑπτά ἀριθμός παρὰ τῇ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.